Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Διήγημα: Black to routine

   Μια χαρά είμαι εγώ με τη δουλειά μου. Ούτε προβλήματα με τους συνεργάτες μου, ούτε και με το αφεντικό μου. Τον σέβομαι, με σέβεται. Όποτε με συναντήσει «τι κάνετε, κύριε Γιώργο μου»; Με το «σεις» και με το «σας» όποτε με συναντήσει, κι όσο για τα λεφτά… αα, δεν έχω παράπονο. Κάθε πρώτη του μηνός στο χέρι. Καθαρά και μετρητά. Έτσι είναι.
   Όλοι μας το βλέπουμε, πως δυσκολέψανε τα πράγματα τελευταία, αλλά άμα έχεις εμπιστοσύνη σ’ όσους είναι πιο ψηλά από σένα θα βοηθήσουνε να καλυτερέψουν τα πράγματα. Γι’ αυτό κι εγώ δεν τσινάω. Τους εμπιστεύομαι… Δε λέω. Τα φέρνω δύσκολα βόλτα, αλλά κάνω υπομονή σήμερα για να κερδίσω αύριο. Την πρώτη φορά μου έκοψε 200 ευρώ, 6 μήνες αργότερα ακόμα 100 και τώρα λέει θα μας κόψει άλλα τόσα. Παίρνω λιγότερα, το καταλαβαίνω. Αλλά αυτό δεν είναι αιτία για να αντιδράσω, όπως κάνουν διάφοροι συνεργάτες μου… Ας μη σχολιάσω τι συνεργάτες μου…
   Ώρες – ώρες νιώθω, ότι αυτοί που αντιδρούν συνέχεια κι ότι δήθεν όλα έχουν συνωμοτήσει εναντίον τους χαίρονται, που ζουν μες στη μιζέρια τους. Εγώ μια χαρά είμαι. Λιγότερα χρήματα; Λιγότερα ναι… Αν με είχαν απολύσει και δεν έπαιρνα τίποτα, καλύτερα θα ‘ταν; Όχι, δε θα ‘ταν. Επομένως, πιστά προχωράμε και ξέρουν οι πιο μεγάλοι από μας. Δε θα γκρεμίσω καθετί για ένα καπρίτσιο. Έχω μια όμορφη ζωή, μια όμορφη δουλειά, όμορφους ανθρώπους να συναναστρέφομαι… Τι άλλο πια να θέλει κανείς;
   Στη δουλειά μου είμαι πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη και δουλεύω. Στατιστικές. Οι συνεργάτες μου λένε πως αναλωνόμαστε έτσι, ότι η ζωή προχωράει κι εμείς δε δίνουμε λογαριασμό. Μπούρδες. Εγώ μια χαρά περνάω. Απολαμβάνω το οχτάωρό μου, ξεχνάω τα βάσανά μου, πληρώνομαι… κι είμαι ξεκούραστος στο κάτω – κάτω. Κι αν κάτι δεν μπορώ να το κάνω σήμερα, αυτό δε σημαίνει, πως δε θα μπορώ να το κάνω αύριο. Ταξίδια, για παράδειγμα. Τώρα τα λεφτά μου δε με φτάνουν. Τσίμα – τσίμα τα βγάζω πέρα το μήνα. Όταν όμως συνταξιοδοτηθώ, θα πηγαίνω όπου γουστάρω, γιατί όπως και να ‘χει θα με καλύπτει η σύνταξη.
   Άκου «σπαταλάμε τη ζωή»… Ε, και τι να ‘κανα δηλαδή; Μπορεί να μου πει κανείς; Να γινόμουν ηθοποιός, που ήταν το όνειρό μου, από τότε που πήγαινα σχολείο; Ε; Αυτό να κάνω; Να είμαι ένας άνεργος θεατρίνος, που δε θα μπορώ να ζήσω την οικογένειά μου; Να κάνω το χόμπι δουλειά; Ε! Δε θα ‘μαστε καλά… Α, ρε μάνα. Να με ‘βλεπες σήμερα, θα με καμάρωνες! Είχες δίκιο μάνα. Πόσο θα ‘θελα να ‘μαι κοντά σου τώρα και να σου λέω πόσο δίκιο είχες! Τότε, που με έσπασες στο ξύλο, όταν σου είπα, ότι θέλω να γίνω ηθοποιός.
   Στο κάτω – κάτω… σιγά τα οφέλη των ηθοποιών, των τραγουδιστών και γενικότερα της τέχνης. Όλη τη μέρα μέσα στη φαντασία και τη δημιουργία. Να ονειρεύονται πώς θα αλλάξουνε τον κόσμο, πώς θα βάψουν με τη δική τους πινελιά την ασχήμια, και πώς θα ονειρεύονται. Αυτά όλα είναι πολυτέλειες στις σημερινές δυσκολίες. Τι θα κάνεις άμα σου ‘ρχονται οι λογαριασμοί; Θα τρως έναν κουβά όνειρα και θα τους πληρώνεις με πινελιές;
Την απεχθάνομαι την τέχνη σήμερα. Την απεχθάνομαι, γιατί είναι πιο πολλά τα προβλήματα, που δημιουργεί, παρά τα οφέλη. Σου μιλάει για ανύπαρκτα πράγματα κι εσύ κάθεσαι και τα πιστεύεις, κι ονειρεύεσαι, και παίρνεις κουράγιο, πως θα φτιάξουν τα πράγματα, πως θα τα φτιάξεις. Μα αυτά είναι ίδια και κάθε μέρα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Θυμάμαι, στα  17 μου… τότε, που έκανα πυρετωδώς ερασιτεχνικό θέατρο. Πόσο διαφορετικός ήμουν… Πόσο πιο ήσυχος… Όλοι μας δηλαδή. Σκεφτόμασταν. Απολαμβάναμε. Ζούσαμε…
   Τι όμορφο να ζεις… Να ζεις αληθινά… ουσιαστικά… Τότε έβλεπα αλλιώς τον κόσμο. Κάθε πρόβλημα με παρακινούσε να δουλέψω, να κουραστώ και να πετύχω. Κι όχι, όπως τώρα, που τα προβλήματα με κολλάνε στον τοίχο και καταλήγω με ηρεμιστικά. Είχα στόχους τότε. Κι άμα έχεις στόχους, έχεις λόγο να ζεις. Γι’ αυτό την απεχθάνομαι την τέχνη. Γιατί με βασανίζει τις ώρες, που προσπαθώ να απολαύσω τη δουλειά μου. Γιατί με κρατάει ξάγρυπνο να σκέφτομαι πώς θα ‘ταν σήμερα τα πράγματα, αν είχα επιλέξει κάτι άλλο. Γιατί είναι σαν μια ερωτική γυναίκα, που κλειδώνεται μες στη σκέψη σου και μόνο φωνάζει και γκρινιάζει… και που σου λέει συνωμοτικά «τρέχα να πιάσεις την περιπέτεια». Γι’ αυτό απεχθάνομαι την τέχνη. Γιατί μου λέει την αλήθεια.
   Κακά είναι να ζω δηλαδή, όπως ζω; Να ‘χω τη δουλίτσα μου, την οικογενειούλα μου, να κάνουμε τις βόλτες μας, να αγαπιόμαστε; Γιατί, λοιπόν, με βασανίζεις όλη την ώρα και με βρίζεις για την κατάντια μου; Εγώ θέλω να ζήσω ήσυχα, όπως όλοι οι άνθρωποι. Ξέρεις πόσο πολύ με βασανίζεις, όταν μου προκαλείς ημικρανίες; Την περιπέτεια τη βρίσκω εγώ μες στη δουλειά μου. Κάτι στιγμές, που ουρλιάζεις μέσα μου και με κάνεις να θέλω να πιάσω το πληκτρολόγιο να σπάσω την οθόνη και το γραφείο μου και το κτίριο και τον κόσμο. Και να τον χτίσω πάλι απ’ την αρχή. Κάτι τέτοιες ευλογημένες ώρες, σκέφτομαι μέσα μου, πως είσαι εντελώς δαιμονισμένη.



Αντώνης Καλομοιράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου