Για μια βδομάδα
δεν άκουγες τίποτα άλλο στις ειδήσεις
παρά μόνο για το θάνατο εκείνου του
άστεγου, που πέθανε από ασιτία. Τη μέρα,
που πέθανε ήμουν στο λεωφορείο. Το
θυμάμαι σαν να μην έχει περάσει λεπτό
από τότε.
Στο λεωφορείο
ήμασταν όλοι κι όλοι δέκα άνθρωποι. Εγώ
καθόμουν πίσω, στη γαλαρία. Δίπλα μου
καθόταν ένα νέο παιδί που άκουγε μουσική
με τ’ ακουστικά. Στα μπροστινά καθίσματα
κάθονταν κάτι «κότες», που κουτσομπόλευαν.
Στη θύμηση του δυνατού τους γέλιου ακόμα
αισθάνομαι τη δυσφορία, που ένιωθα. Πιο
πίσω ένας ροκάς με μια γιαγιά από ένα
χωριό, που του εξηγούσε γιατί έπρεπε να
πιστεύει στο Θεό. Κοντά τους μια κυρία
–μάλλον από κάποια υπηρεσία-, που
τηλεφώναγε συνέχεια δεξιά κι αριστερά
να κλείνει ραντεβού και να ρωτάει για
τις οικονομικές εξελίξεις. Ντύσιμο
σοβαρό και αυστηρός λόγος. Οι υπόλοιποι
ήσυχοι. Είτε άκουγαν αυτά, που λέγαν
μεταξύ τους οι επιβάτες είτε χαμένοι
στον κόσμο τους σκέφτονταν πάσης φύσεως
προβλήματα.
Κι ενώ κοντεύαμε
στον προορισμό μας, όλο και γινόταν πιο
δύσκολη η διαδρομή. Αυτοκίνητα παρκαρισμένα
το ένα πάνω στο άλλο. Κόσμος, που φώναζε.
Αστυνομία και τροχαία παντού. «Μα τι
συμβαίνει; Τι συμβαίνει;» άκουγε κανείς
σ’ όλο το λεωφορείο, κι ο οδηγός, που
έδειξε να συμπονάει τις ενδιαφερόμενες
κυρίες αλλά και χάριν ικανοποιήσεως
της περιέργειάς του, άνοιξε το παράθυρο
και ρώτησε έναν αστυνομικό.
-Ένας
άστεγος είναι εκεί στη γωνία και ξεψυχάει.
Μας ειδοποίησε το πρωί ένα ζευγάρι.
Πάρκαρε καλύτερα πιο κει, γιατί σε λίγο
φτάνει η τηλεόραση. Θα ‘ρθουν να
καταγράψουν εικόνες. Να καταγγείλουμε
την κυβέρνηση, μήπως και καταφέρουμε
να τη ρίξουμε.
Συνολικά πρέπει
να κάτσαμε γύρω στα εφτά λεπτά. Μόλις
ξεψύχησε, φύγαμε. Ησυχία. Απόλυτη ησυχία
μες στο λεωφορείο. Ίσως μονάχα κάτι ψίθυροι να
ακούστηκαν ή κάποιοι απελπισμένοι
αναστεναγμοί. Δέκα λεπτά κράτησε όλο
κι όλο. Αφού πενθήσαμε μέσα μας και
τηλεφωνήσαμε κάθε γνωστό μας να του
διηγηθούμε αυτό το δυσάρεστο συμβάν,
που βιώσαμε, θυμηθήκαμε πάλι τα δικά
μας προβλήματα και συνεχίσαμε τη μέρα
μας.
Τα γέλια των «κοτών»
μπορεί να μην ήταν πια τόσο δυνατά, αλλά
υπήρχαν. Η γιαγιά τόνισε, πως αν ο άστεγος
πίστευε στο Θεό θα είχε σωθεί. Ο νεαρός
δίπλα μου συνέχισε να ακούει μουσική
κι εκείνη η κυρία με τα ραντεβού και τα
οικονομικά μιλούσε στους συνεργάτες
της, αφού δήθεν έντρομη τους εξηγούσε
τι συνέβη. Όσο για κείνους, που ήταν
ήσυχοι και χαμένοι, συνέχισαν να ζουν στην ησυχία και την άφεσή τους.
Όταν έφτασα σπίτι
η μάνα μου είχε ήδη ανοίξει την τηλεόραση
κι έβλεπε τα πλάνα από το περιστατικό.
Η δημοσιογράφος τόνισε πολλές φορές
πως η κατάντια αυτή είναι αποτέλεσμα
των λαθών της κυβέρνησης. «Έλα να δεις,
γιε μου! Έλα να δεις». Μες στην ταραχή η
μάνα μου και μέσα στο θυμό της προσπαθούσε
να μου εξηγήσει αυτά, που άκουγε. «Καλά,
δε βρέθηκε κανένας να το βοηθήσει το
παιδί; Να του πάρει κάτι να φάει, να το
πάει στο νοσοκομείο; Όλοι κοιτούσαν»;
Κατάπια τη γλώσσα μου και έτρεξα στο
δωμάτιό μου να κλειδωθώ.
Δε μου πέρασε
στιγμή απ’ το μυαλό να βοηθήσουμε αυτόν
τον άστεγο. Ενώ μέσα μου ένιωθα
συναισθηματική δυσφορία κι έντονα ένα
αίσθημα αδικίας, εντούτοις ούτε στιγμή
δε σκέφτηκα, ότι μπορούμε να τον σώσουμε.
Παραμείναμε θεατές σ’ αυτό το αποτρόπαιο
έγκλημα κι αυτό εμένα με καθήλωνε. Με
δυσκόλευε να βοηθήσω. Δυσφορούσα. Στο
κάτω – κάτω τι να κάνω; Εγώ φταίω; Η
κυβέρνηση φταίει, που λέει κι η
δημοσιογράφος. Ας τη ρίξουν μπας και
δούμε καμιά άσπρη μέρα.
Αφού ηρέμησα λιγάκι
και ξεχάστηκα από αυτά που συνέβησαν, άκουσα τη φωνή της μάνα
μου να γκρεμίζει κάστρα: Σπύυυυυροοοοοοο!
Έτρεξα γρήγορα στην κουζίνα να δω τι με
ήθελε. Στην τηλεόραση ακόμα έδειχνε τα
ρεπορτάζ με τον άστεγο. «Καλά ρε! Τι να
σου πω; Ήσουν στο θάνατο του ανθρώπου
και δε μου είπες τίποτα; Είδα τη μούρη
σου μες στο λεωφορείο, σ’ ένα πλάνο. Πιο
χαμένη από ποτέ. Πιο χαμένος από
οποιονδήποτε…»
Αντώνης Καλομοιράκης
