Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Διήγημα: Η αλληγορία της Πηλαίου

Ήτανε λέει μια φορά κι έναν καιρό μια πολιτεία ξακουστή σ' όλον τον κόσμο, που την έλεγαν Πηλαία. Ούτε πιο αυστηρή, ούτε πιο χαλαρή απ' τις γνωστές στον κόσμο πολιτείες. Οι πολίτες της λίγο-πολύ σαν κι όλους τους υπόλοιπους, που ξέρουμε. Κάποιοι τεμπέληδες, κάποιοι δουλευταράδες, άλλοι έξυπνοι, άλλοι ηλίθιοι και κάπως έτσι... Μπορεί όλοι οι πολίτες να ήταν μεταξύ τους τελείως διαφορετικοί, εντούτοις είχανε όλοι τους ένα δέσιμο σφιχτό, σαν κόμπο. Αυτό, που σήμερα ονομάζουν οι λαοί φιλότιμο. Κάποτε, λέει, στα χ τόσα χρόνια πιο παλιά, οι κυβερνήτες εκείνης της πολιτείας δεν αγάπαγαν και τόσο το λαό. Τα ψήσαν -καθώς λέει η ιστορία- μεταξύ τους, και συμφώνησαν, πως πρέπει να 'χουν όφελός απ' τη διακυβέρνησή τους. Γι' αυτό λοιπόν και βάλαν ένα φόρο παράνομο με τρόπο έξυπνο και φοβερό. Μόνο, που οι πολίτες της Πηλαίου δε βρήκαν την αιτία του φόρου κατανοητή κι αποφάσισαν ομόφωνα να αλλάξουν την κατάσταση. Οι εφορίες σταμάτησαν να εισπράττουν. Οι τραπεζίτες σταμάτησαν να ζητούν. Οι δικαστές σταμάτησαν να δικάζουν. Οι αστυνομικοί σταμάτησαν να συλλαμβάνουν. Κι οι πολίτες σταμάτησαν να πιστεύουν τις δικαιολογίες, που εξέφραζαν με την ουρά στα σκέλια οι κυβερνήτες. Σύντομα οργανώθηκε η έξοδος των κυβερνητών απ' την Πηλαία. Τους μάζεψαν τα πράγματα, τους πήραν την περιουσία και τους διώξαν. Κι αφού τους έδιωξαν κι ήρθε η ώρα να σκεφτούν, ποιος πρέπει να αντικαταστήσει τους περασμένους κυβερνήτες, σηκώθηκε ο Τρελός της πολιτείας και τους είπε:
Τι τους θέλουμε αυτούς; Αυτοί δεν ήρθαν εδώ να μας ενώσουν, αλλά για να μας χωρίσουν και μετά να μας διαλύσουν. Κι όχι, πως η πρόθεση τους πάντοτε ήταν έτσι... Ξεχνά κανείς το παραμύθι, που μας έλεγε ο παππούς μου ο ξυλουργός; Άμα λέει φτιάχνει καρέκλες, τις βιδώνει με βίδες και τα ξύλα τους τα γεμίζει με ένα οξύ, την έπαρση. Κι όποιος κάθεται απάνω τους ίδιος κι απαράλλαχτος γίνεται. Τι να τους θέλουμε λοιπόν τους κυβερνήτες; Δεν είμαστε εμείς άξιοι να πούμε τη γνώμη μας για κάτι που 'χουμε ανάγκη; Κι ομόφωνα απάντησαν: Είμαστε! Κι από τότε μόνοι τους αποφάσιζαν κι αντί αγίους, δόξαζαν τα χέρια τους και τη θέλησή τους... Κι η Πηλαία έγινε ξακουστή σ' όλο το σύμπαν. 
Αυτήν την ιστορία σκέφτηκα να γράψω, κυρία. Γιατί πονάω να βλέπω τους γονείς μου λυπημένους και αγανακτισμένους. Ο πατέρας μου μάλλον θα πάει φυλακή για χρέη. Το σχολείο μάλλον θα το σταματήσω γιατί τα χρήματα δε μας φτάνουν για να παίρνω κουλούρι στα διαλείμματα. Οπότε ακόμα κι αν πήρα κάτω από τη βάση στην έκθεση, μη στενοχωριέστε, κυρία... Ξέρω, πως είναι εκτός θέματος... αλλά πιστέψτε με, είναι τελείως "εντός"... 




Αντώνης Καλομοιράκης

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Διήγημα: Black to routine

   Μια χαρά είμαι εγώ με τη δουλειά μου. Ούτε προβλήματα με τους συνεργάτες μου, ούτε και με το αφεντικό μου. Τον σέβομαι, με σέβεται. Όποτε με συναντήσει «τι κάνετε, κύριε Γιώργο μου»; Με το «σεις» και με το «σας» όποτε με συναντήσει, κι όσο για τα λεφτά… αα, δεν έχω παράπονο. Κάθε πρώτη του μηνός στο χέρι. Καθαρά και μετρητά. Έτσι είναι.
   Όλοι μας το βλέπουμε, πως δυσκολέψανε τα πράγματα τελευταία, αλλά άμα έχεις εμπιστοσύνη σ’ όσους είναι πιο ψηλά από σένα θα βοηθήσουνε να καλυτερέψουν τα πράγματα. Γι’ αυτό κι εγώ δεν τσινάω. Τους εμπιστεύομαι… Δε λέω. Τα φέρνω δύσκολα βόλτα, αλλά κάνω υπομονή σήμερα για να κερδίσω αύριο. Την πρώτη φορά μου έκοψε 200 ευρώ, 6 μήνες αργότερα ακόμα 100 και τώρα λέει θα μας κόψει άλλα τόσα. Παίρνω λιγότερα, το καταλαβαίνω. Αλλά αυτό δεν είναι αιτία για να αντιδράσω, όπως κάνουν διάφοροι συνεργάτες μου… Ας μη σχολιάσω τι συνεργάτες μου…
   Ώρες – ώρες νιώθω, ότι αυτοί που αντιδρούν συνέχεια κι ότι δήθεν όλα έχουν συνωμοτήσει εναντίον τους χαίρονται, που ζουν μες στη μιζέρια τους. Εγώ μια χαρά είμαι. Λιγότερα χρήματα; Λιγότερα ναι… Αν με είχαν απολύσει και δεν έπαιρνα τίποτα, καλύτερα θα ‘ταν; Όχι, δε θα ‘ταν. Επομένως, πιστά προχωράμε και ξέρουν οι πιο μεγάλοι από μας. Δε θα γκρεμίσω καθετί για ένα καπρίτσιο. Έχω μια όμορφη ζωή, μια όμορφη δουλειά, όμορφους ανθρώπους να συναναστρέφομαι… Τι άλλο πια να θέλει κανείς;
   Στη δουλειά μου είμαι πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη και δουλεύω. Στατιστικές. Οι συνεργάτες μου λένε πως αναλωνόμαστε έτσι, ότι η ζωή προχωράει κι εμείς δε δίνουμε λογαριασμό. Μπούρδες. Εγώ μια χαρά περνάω. Απολαμβάνω το οχτάωρό μου, ξεχνάω τα βάσανά μου, πληρώνομαι… κι είμαι ξεκούραστος στο κάτω – κάτω. Κι αν κάτι δεν μπορώ να το κάνω σήμερα, αυτό δε σημαίνει, πως δε θα μπορώ να το κάνω αύριο. Ταξίδια, για παράδειγμα. Τώρα τα λεφτά μου δε με φτάνουν. Τσίμα – τσίμα τα βγάζω πέρα το μήνα. Όταν όμως συνταξιοδοτηθώ, θα πηγαίνω όπου γουστάρω, γιατί όπως και να ‘χει θα με καλύπτει η σύνταξη.
   Άκου «σπαταλάμε τη ζωή»… Ε, και τι να ‘κανα δηλαδή; Μπορεί να μου πει κανείς; Να γινόμουν ηθοποιός, που ήταν το όνειρό μου, από τότε που πήγαινα σχολείο; Ε; Αυτό να κάνω; Να είμαι ένας άνεργος θεατρίνος, που δε θα μπορώ να ζήσω την οικογένειά μου; Να κάνω το χόμπι δουλειά; Ε! Δε θα ‘μαστε καλά… Α, ρε μάνα. Να με ‘βλεπες σήμερα, θα με καμάρωνες! Είχες δίκιο μάνα. Πόσο θα ‘θελα να ‘μαι κοντά σου τώρα και να σου λέω πόσο δίκιο είχες! Τότε, που με έσπασες στο ξύλο, όταν σου είπα, ότι θέλω να γίνω ηθοποιός.
   Στο κάτω – κάτω… σιγά τα οφέλη των ηθοποιών, των τραγουδιστών και γενικότερα της τέχνης. Όλη τη μέρα μέσα στη φαντασία και τη δημιουργία. Να ονειρεύονται πώς θα αλλάξουνε τον κόσμο, πώς θα βάψουν με τη δική τους πινελιά την ασχήμια, και πώς θα ονειρεύονται. Αυτά όλα είναι πολυτέλειες στις σημερινές δυσκολίες. Τι θα κάνεις άμα σου ‘ρχονται οι λογαριασμοί; Θα τρως έναν κουβά όνειρα και θα τους πληρώνεις με πινελιές;
Την απεχθάνομαι την τέχνη σήμερα. Την απεχθάνομαι, γιατί είναι πιο πολλά τα προβλήματα, που δημιουργεί, παρά τα οφέλη. Σου μιλάει για ανύπαρκτα πράγματα κι εσύ κάθεσαι και τα πιστεύεις, κι ονειρεύεσαι, και παίρνεις κουράγιο, πως θα φτιάξουν τα πράγματα, πως θα τα φτιάξεις. Μα αυτά είναι ίδια και κάθε μέρα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Θυμάμαι, στα  17 μου… τότε, που έκανα πυρετωδώς ερασιτεχνικό θέατρο. Πόσο διαφορετικός ήμουν… Πόσο πιο ήσυχος… Όλοι μας δηλαδή. Σκεφτόμασταν. Απολαμβάναμε. Ζούσαμε…
   Τι όμορφο να ζεις… Να ζεις αληθινά… ουσιαστικά… Τότε έβλεπα αλλιώς τον κόσμο. Κάθε πρόβλημα με παρακινούσε να δουλέψω, να κουραστώ και να πετύχω. Κι όχι, όπως τώρα, που τα προβλήματα με κολλάνε στον τοίχο και καταλήγω με ηρεμιστικά. Είχα στόχους τότε. Κι άμα έχεις στόχους, έχεις λόγο να ζεις. Γι’ αυτό την απεχθάνομαι την τέχνη. Γιατί με βασανίζει τις ώρες, που προσπαθώ να απολαύσω τη δουλειά μου. Γιατί με κρατάει ξάγρυπνο να σκέφτομαι πώς θα ‘ταν σήμερα τα πράγματα, αν είχα επιλέξει κάτι άλλο. Γιατί είναι σαν μια ερωτική γυναίκα, που κλειδώνεται μες στη σκέψη σου και μόνο φωνάζει και γκρινιάζει… και που σου λέει συνωμοτικά «τρέχα να πιάσεις την περιπέτεια». Γι’ αυτό απεχθάνομαι την τέχνη. Γιατί μου λέει την αλήθεια.
   Κακά είναι να ζω δηλαδή, όπως ζω; Να ‘χω τη δουλίτσα μου, την οικογενειούλα μου, να κάνουμε τις βόλτες μας, να αγαπιόμαστε; Γιατί, λοιπόν, με βασανίζεις όλη την ώρα και με βρίζεις για την κατάντια μου; Εγώ θέλω να ζήσω ήσυχα, όπως όλοι οι άνθρωποι. Ξέρεις πόσο πολύ με βασανίζεις, όταν μου προκαλείς ημικρανίες; Την περιπέτεια τη βρίσκω εγώ μες στη δουλειά μου. Κάτι στιγμές, που ουρλιάζεις μέσα μου και με κάνεις να θέλω να πιάσω το πληκτρολόγιο να σπάσω την οθόνη και το γραφείο μου και το κτίριο και τον κόσμο. Και να τον χτίσω πάλι απ’ την αρχή. Κάτι τέτοιες ευλογημένες ώρες, σκέφτομαι μέσα μου, πως είσαι εντελώς δαιμονισμένη.



Αντώνης Καλομοιράκης

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Διήγημα: Λεωφορείον το "θεαθήναι"

Για μια βδομάδα δεν άκουγες τίποτα άλλο στις ειδήσεις παρά μόνο για το θάνατο εκείνου του άστεγου, που πέθανε από ασιτία. Τη μέρα, που πέθανε ήμουν στο λεωφορείο. Το θυμάμαι σαν να μην έχει περάσει λεπτό από τότε.
Στο λεωφορείο ήμασταν όλοι κι όλοι δέκα άνθρωποι. Εγώ καθόμουν πίσω, στη γαλαρία. Δίπλα μου καθόταν ένα νέο παιδί που άκουγε μουσική με τ’ ακουστικά. Στα μπροστινά καθίσματα κάθονταν κάτι «κότες», που κουτσομπόλευαν. Στη θύμηση του δυνατού τους γέλιου ακόμα αισθάνομαι τη δυσφορία, που ένιωθα. Πιο πίσω ένας ροκάς με μια γιαγιά από ένα χωριό, που του εξηγούσε γιατί έπρεπε να πιστεύει στο Θεό. Κοντά τους μια κυρία –μάλλον από κάποια υπηρεσία-, που τηλεφώναγε συνέχεια δεξιά κι αριστερά να κλείνει ραντεβού και να ρωτάει για τις οικονομικές εξελίξεις. Ντύσιμο σοβαρό και αυστηρός λόγος. Οι υπόλοιποι ήσυχοι. Είτε άκουγαν αυτά, που λέγαν μεταξύ τους οι επιβάτες είτε χαμένοι στον κόσμο τους σκέφτονταν πάσης φύσεως προβλήματα.
Κι ενώ κοντεύαμε στον προορισμό μας, όλο και γινόταν πιο δύσκολη η διαδρομή. Αυτοκίνητα παρκαρισμένα το ένα πάνω στο άλλο. Κόσμος, που φώναζε. Αστυνομία και τροχαία παντού. «Μα τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει;» άκουγε κανείς σ’ όλο το λεωφορείο, κι ο οδηγός, που έδειξε να συμπονάει τις ενδιαφερόμενες κυρίες αλλά και χάριν ικανοποιήσεως της περιέργειάς του, άνοιξε το παράθυρο και ρώτησε έναν αστυνομικό.
-Ένας άστεγος είναι εκεί στη γωνία και ξεψυχάει. Μας ειδοποίησε το πρωί ένα ζευγάρι. Πάρκαρε καλύτερα πιο κει, γιατί σε λίγο φτάνει η τηλεόραση. Θα ‘ρθουν να καταγράψουν εικόνες. Να καταγγείλουμε την κυβέρνηση, μήπως και καταφέρουμε να τη ρίξουμε.
Συνολικά πρέπει να κάτσαμε γύρω στα εφτά λεπτά. Μόλις ξεψύχησε, φύγαμε. Ησυχία. Απόλυτη ησυχία μες στο λεωφορείο. Ίσως μονάχα κάτι ψίθυροι να ακούστηκαν ή κάποιοι απελπισμένοι αναστεναγμοί. Δέκα λεπτά κράτησε όλο κι όλο. Αφού πενθήσαμε μέσα μας και τηλεφωνήσαμε κάθε γνωστό μας να του διηγηθούμε αυτό το δυσάρεστο συμβάν, που βιώσαμε, θυμηθήκαμε πάλι τα δικά μας προβλήματα και συνεχίσαμε τη μέρα μας.
Τα γέλια των «κοτών» μπορεί να μην ήταν πια τόσο δυνατά, αλλά υπήρχαν. Η γιαγιά τόνισε, πως αν ο άστεγος πίστευε στο Θεό θα είχε σωθεί. Ο νεαρός δίπλα μου συνέχισε να ακούει μουσική κι εκείνη η κυρία με τα ραντεβού και τα οικονομικά μιλούσε στους συνεργάτες της, αφού δήθεν έντρομη τους εξηγούσε τι συνέβη. Όσο για κείνους, που ήταν ήσυχοι και χαμένοι, συνέχισαν να ζουν στην ησυχία και την άφεσή τους.
Όταν έφτασα σπίτι η μάνα μου είχε ήδη ανοίξει την τηλεόραση κι έβλεπε τα πλάνα από το περιστατικό. Η δημοσιογράφος τόνισε πολλές φορές πως η κατάντια αυτή είναι αποτέλεσμα των λαθών της κυβέρνησης. «Έλα να δεις, γιε μου! Έλα να δεις». Μες στην ταραχή η μάνα μου και μέσα στο θυμό της προσπαθούσε να μου εξηγήσει αυτά, που άκουγε. «Καλά, δε βρέθηκε κανένας να το βοηθήσει το παιδί; Να του πάρει κάτι να φάει, να το πάει στο νοσοκομείο; Όλοι κοιτούσαν»; Κατάπια τη γλώσσα μου και έτρεξα στο δωμάτιό μου να κλειδωθώ.
Δε μου πέρασε στιγμή απ’ το μυαλό να βοηθήσουμε αυτόν τον άστεγο. Ενώ μέσα μου ένιωθα συναισθηματική δυσφορία κι έντονα ένα αίσθημα αδικίας, εντούτοις ούτε στιγμή δε σκέφτηκα, ότι μπορούμε να τον σώσουμε. Παραμείναμε θεατές σ’ αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα κι αυτό εμένα με καθήλωνε. Με δυσκόλευε να βοηθήσω. Δυσφορούσα. Στο κάτω – κάτω τι να κάνω; Εγώ φταίω; Η κυβέρνηση φταίει, που λέει κι η δημοσιογράφος. Ας τη ρίξουν μπας και δούμε καμιά άσπρη μέρα.

Αφού ηρέμησα λιγάκι και ξεχάστηκα από αυτά που συνέβησαν, άκουσα τη φωνή της μάνα μου να γκρεμίζει κάστρα: Σπύυυυυροοοοοοο! Έτρεξα γρήγορα στην κουζίνα να δω τι με ήθελε. Στην τηλεόραση ακόμα έδειχνε τα ρεπορτάζ με τον άστεγο. «Καλά ρε! Τι να σου πω; Ήσουν στο θάνατο του ανθρώπου και δε μου είπες τίποτα; Είδα τη μούρη σου μες στο λεωφορείο, σ’ ένα πλάνο. Πιο χαμένη από ποτέ. Πιο χαμένος από οποιονδήποτε…»

Αντώνης Καλομοιράκης

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Ποίημα: Πάσχα

Πάσχα

Κάθε Απρίλιο με Μάιο με πιάνει.
Με πιάνει μια ανάγκη να θέλω τόσο απεγνωσμένα να υπάρχεις
Ίσως γιατί μόνο Εσύ θα με καθησύχαζες.
Μόνο Εσύ θα ήξερες άμα περάσει.
Ο Θάνατός Σου με διαλύει κι η Ανάστασή Σου με φέρνει πίσω στη ζωή.
Βλέπω τριγύρω πρόσφυγες, ανθρώπους δίχως φαΐ και δίχως στέγη
Κι αναρωτιέμαι αν το δικό μου σπίτι έφτανε
Και το δικό μου το φαΐ
Να το μοιράσω κι όλοι ίσοι να ‘μαστε.
Μα κάθε μέρα πιο πολλοί.
Κι άλλοι πεινασμένοι,
Πρόσφυγες
Ταλαιπωρημένοι
Ζωντανοί νεκροί
Και μέσα στα βλέμματά τους βλέπω το δικό Σου βλέμμα.
Το αγκάθινο στεφάνι που φοράνε στα παραπετάσματα που κοιμούνται
Τις μαστιγιές και το χλευασμό που δέχονται από όλους εκείνους που μισούν
Είδα τη μάνα Σου, να γεννά μέσα σε σκηνή
Η νέα φάτνη
Γεμάτη λάσπη και βρωμιά
Είδα τον κόσμο να τελειώνει και σήκωσα τα μάτια μου ψηλά
Σε έψαχνα να κάνω προσευχή
Να ανοίξεις την πόρτα για τη Βασιλεία του Ουρανού
Να σκορπίσεις από κει ψηλά δικαιοσύνη και χαρά
Να σβύσεις κάθε φλόγα κόλασης πολέμου που ανάβει
Κάθε στομάχι πεινασμένο να το ξεπεινάσεις
Και κάθε λαιμό ξερό να τον δροσερέψεις
Κάθε άρρωστο που κείτεται να τον σηκώσεις
Και να του χαρίσεις μια πεταλούδα
Κάθε σύνορα για ανθρώπους μίσους να τα σπάσεις
Και κάθε σταύρωση, ανάσταση να την κάνεις
Έτσι κοιτάζω στον ουρανό
Επίμονα
Έχω καρφώσει τα μάτια μου καταμεσίς του προσώπου Σου.
Τόσο πολύ που θα τρυπήσει ο ουρανός και θα Σε δω.
Σε παρακαλώ.
ΒΟΗΘΕΙΑ.
Αποκρίσου.
Γιατί δε μ’ ακούς;
Κοίτα πώς έγινε ο κόσμος Σου.
Δεν έχεις τίποτα να πεις γι' αυτό;
Μου ζητάς να σε πιστεύω
Και Σου προσεύχομαι με τα μάτια στον ουρανό.
Εσύ γιατί κανένα σημάδι πως υπάρχεις δε μου στέλνεις;

Αντώνης Καλομοιράκης




Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Τα πιθανότερα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων

Αυτή η φωτοτυπία έχει τα πιθανότερα θέματα για την έκθεση.
Αρκετά.
Όλο συκοφαντίες και ανακρίβειες. Sites και φωτοτυπημένο υλικό δοσμένο στους μαθητές της γ' λυκείου με τα πιθανά θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων για το αυριανό μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας. Κοινό σε όλους: έκθεση. Μπούρδες!
Μόνο εμείς έχουμε τα πιθανά θέματα των εξετάσεων και τα παραθέτουμε για εσάς παρακάτω.

ΠΙΘΑΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ


  • Από το βιβλίο "Έκφραση - Έκθεση Τεύχος Γ' της Γ' τάξης Γενικού Λυκείου των Χ. Τσολάκη κ.ά." ΟΛΑ εκτός
    α) την πειθώ στο δικανικό λόγο
    β)την ιστορία του δοκιμίου
    γ) την ερευνητική εργασία
  • Έκφραση - Έκθεση για το Γενικό Λύκειο - Θεματικοί Κύκλοι των Α, Β, Γ τάξεων Γενικού Λυκείου των Γ. Μανωλίδη κ.ά. ΟΛΑ
  • Γλωσσικές Ασκήσεις για το Γενικό Λύκειο των Γ. Κανδήρου κ.ά. ΟΛΑ

Καλή επιτυχία, αστεράκια! 
Να ξέρετε πως... αύριο θα τα καταφέρετε εσείς. Όχι ο φροντιστής σας! 
Take it easy!


Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Πανελλαδικές εξετάσεις - ω μα γκαντ

Σε λίγες μέρες ξεκινάει για ακόμα μια χρονιά η πολυπόθητη εξέταση των μαθητών που διαγωνίζονται για μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αλήθεια, πόσο "μεγάλο" το έχουμε φτιάξει αυτό να είναι; Γονείς πανικόβλητοι, καθηγητές που ξαναξαναζούν την αγωνία, φροντιστήρια που σκίζουν τα κορμιά τους ότι θα πέσουν μέσα στα θέματα των εξετάσεων και μαθητές που υφίστανται όλη αυτή την κατάσταση χωρίς να έχουν πλήρως αίσθηση του τι συμβαίνει. Κοινώς, έχουν ψιλοτρελαθεί.

Να φανταστώ θα έχετε ακούσει διάφορα φέτος κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας με την πιο κλασική ατάκα:Είναι η σημαντικότερη χρονιά. Πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου, γιατί κρίνεται το μέλλον σου.
Εγώ, για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Κρίνεται το μέλλον σου από τη σχολή στην οποία θα περάσεις; Κι αν περάσεις στην "πρώτη σου επιλογή", που ήθελες από την πρώτη δημοτικού και τελικά δε σου αρέσει, αυτό τι σημαίνει; Αποτυχία; Και τι κάνουμε μετά; Αυτοκτονούμε ομαδικώς;
Το άλλο; "Ό,τι θέλει το παιδί μου. Ή γιατρός ή δικηγόρος. Όποιο απ' τα δύο θέλει". Κι όμως, ζούμε μια εποχή γενικότερης απαξίωσης. Η ελληνική κοινωνία, από τα μέσα της δεκαετίας του '50 ήθελε να βγάλει επιστήμονες, καταξιωμένα παιδιά. Μην καταλήξουν σαν της γειτόνισσας της Δέσποινας το γιο, που είναι υδραυλικός ο κακομοίρης. Αλλά άμα χαλάσουν τα σιφώνια τις ακούς να φωνάζουν: Δέσποινααααααα, πού είναι ο γιος σου;
Και πόσα άλλα δε θα έχετε ακούσει!

Οι μέρες πέρασαν. Ένα ολόκληρο χρόνο προσπαθήσατε, θυσιάσατε, δοκιμάσατε, κουραστήκατε και ανεξαρτήτως αποτελέσματος εγώ σας λέω μπράβο! Γιατί κατά βάθος πιστεύω πως δεν είναι οι γονείς σας που γκρινιάζουν το κίνητρο, δεν είναι οι φίλοι σας που εξετάζονται κι αυτοί, δεν είναι που αυτό το σύστημα έγινε παράδοση, είναι που ονειρεύεστε! Ονειρεύεστε τον εαυτό σας στο αύριο και για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο ειλικρινές από μάτια που κοιτάζουν καρφωμένα πάνω σου πιστεύοντας στην προσπάθειά τους!

Θα υπάρχουν σίγουρα παιδιά που δεν πιστεύουν σ' αυτό το σύστημα, παιδιά που πιστεύουν, παιδιά που αναγκάζονται να πιστέψουν, αλλά που όλα μαζί θα δοκιμαστείτε σε λίγο! Οι νικητές θα είναι οι ονειροπόλοι, οι σιωπηλοί, οι ψύχραιμοι, που μπορεί να ξέρουν ότι το παρόν απέτυχε αλλά το μέλλον θα το φτιάξουν μόνοι τους. Ψυχραιμία, παιδιά μου! Αποστασιοποιηθείτε από οτιδήποτε δρα τοξικά σε σας και απολαύστε τη διαδικασία για σας και μόνο. Δεν έχετε να λογοδοτήσετε σε κανένα! Η προσπάθεια μπορεί για έναν άνθρωπο να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία. Μπορείτε μέσα σ' αυτές τις ώρες του άγχους να ονειρεύεστε τον εαυτό σας λίγο καιρό μετά; Μπορείτε να τραγουδήσετε το αγαπημένο σας τραγούδι; Μπορείτε να πατήσετε στα πόδια σας και να ανοίξετε τα φτερά σας; Μπορείτε! Γι' αυτό φτάσατε εδώ, περιμένοντας εναγωνίως! Εμπιστεύομαι εσάς. Τους ονειροπόλους!

Όσο για εσάς γονείς, δε σας κακιώνω. Ξέρω πως αγωνιάτε, θέλετε τα παιδιά σας να πετύχουν στη ζωή τους, να μην περάσουν δυσκολίες που ενδεχομένως εσείς περάσατε, απλά φοβάμαι ότι με το να υποδεικνύει κανείς πώς να ζει το παιδί του δεν είμαι σίγουρος πως θα καταφέρει το σκοπό του. Αγκαλιάστε τα παιδιά σας και δώστε τους εσείς φτερά για να πετάξουν. Ακούστε τα με προσοχή κι αγαπήστε τα για τις επιλογές τους, γι' αυτά που είναι!
Και θα πετύχουν...

Καλή τύχη σε όλα τα παιδιά!
Χαμογελάστε στη ζωή... και διεκδικήστε την!

ΥΓ
Ό,τι κάνετε... με ανοιχτά φτερά!

Αντώνης Καλομοιράκης

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Ο Τζόρνταν... της Έφης Δράκου

Είδαμε το "Τζόρνταν"... με την Έφη Δράκου


Ξέρεις τι θαυμάζω σ' αυτή τη γυναίκα; Την ειλικρίνειά της. Ανεβαίνει στη σκηνή και βιώνει αυτό που σου λέει. Μαζί της κι εσύ. Όταν λέει "πονάω", πονάς μαζί της. Όταν "κρυώνει" κρυώνεις κι εσύ. Υπήρξε σημείο στο έργο που ήθελα όντως να της δώσω ζακέτα να μην κρυώνει. Αναμφισβήτητα είναι μια πολύ καλή ηθοποιός, εξαιτίας της διαρκούς της ειλικρίνειας. 

Το "Τζόρνταν" είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος, που μιλάει για την πραγματική ιστορία της Σίρλευ Τζόουνς η οποία σκότωσε το 13 μηνών παιδί της, Τζόρνταν, και τη μέρα που αφέθηκε ελεύθερη βάσει της απόφασης του βρετανικού δικαστηρίου, αυτοκτόνησε. Μία εικοσάχρονη μητέρα σκοτώνει το νεογέννητο παιδί της, κι όμως αυτό το έργο είναι ύμνος στη μητρότητα.

Ο Κάρολος Κουν κάποτε είπε ότι "κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας". Αυτό συνέβη την Κυριακή το βράδυ στο θέατρο Μορφές. Πώς μπορεί κανείς με δύο κύβους, ένα μπουκάλι νερό, μια τσάντα, ένα τσιγάρο κι ένα αρκουδάκι να κάνει παράσταση; Μπορεί μόνο όταν είναι διαθέσιμος. Διαθέσιμος να καταθέσει τον εαυτό του, την ψυχή του, την ιδέα του και να μας πει την ιστορία του.

Η Σίρλευ της Έφης λυτρώθηκε μέσα από την Έφη. Δεν την κατηγόρησε για ανθρωποκτονία αλλά τη δικαιολόγησε για αυτή την πράξη της. Η Σίρλευ αγαπάει τον Τζόρνταν πάρα πολύ! Και η Έφη αγαπάει τον Τζόρνταν πάρα πολύ.

Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο. Θεατές βαθιά συγκινημένοι, προβλημτισμένοι, πλουτισμένοι, χαρούμενοι, μια παρέα! Ένα γεμάτο θέατρο όλο όρθιο -κυριολεκτώ- να χειροκροτάει με τόση ένταση που κι ο ίδιος δεν άντεχες τη χαρά. Η ίδια, πολύ συγκινημένη, είπε στην υπόκλιση: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, έχω συγκινηθεί τόσο πολύ, αλλά η χαρά είναι σαν τον πόνο. Δεν αντέχεται πολύ... Και το κοινό γέλασε, χαλαρώνοντας και κάνοντάς την να γλιτώσει το καρδιακό επεισόδιο που όλοι βλέπαμε να έρχεται.

Τι πιο όμορφο για έναν ηθοποιό!
Να πληρώνεσαι τον κόπο σου με όλους τους θεατές όρθιους!

Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν ένιωσα θεατής. Ένιωσα μάρτυτρας ενός από των σημαντικότερων γεγονότων στη ζωή της Έφης. Όποιος το έχασε... έχασε.

-Ο γιος σου