Ήτανε λέει μια φορά κι έναν καιρό μια πολιτεία ξακουστή σ' όλον τον κόσμο, που την έλεγαν Πηλαία. Ούτε πιο αυστηρή, ούτε πιο χαλαρή απ' τις γνωστές στον κόσμο πολιτείες. Οι πολίτες της λίγο-πολύ σαν κι όλους τους υπόλοιπους, που ξέρουμε. Κάποιοι τεμπέληδες, κάποιοι δουλευταράδες, άλλοι έξυπνοι, άλλοι ηλίθιοι και κάπως έτσι... Μπορεί όλοι οι πολίτες να ήταν μεταξύ τους τελείως διαφορετικοί, εντούτοις είχανε όλοι τους ένα δέσιμο σφιχτό, σαν κόμπο. Αυτό, που σήμερα ονομάζουν οι λαοί φιλότιμο. Κάποτε, λέει, στα χ τόσα χρόνια πιο παλιά, οι κυβερνήτες εκείνης της πολιτείας δεν αγάπαγαν και τόσο το λαό. Τα ψήσαν -καθώς λέει η ιστορία- μεταξύ τους, και συμφώνησαν, πως πρέπει να 'χουν όφελός απ' τη διακυβέρνησή τους. Γι' αυτό λοιπόν και βάλαν ένα φόρο παράνομο με τρόπο έξυπνο και φοβερό. Μόνο, που οι πολίτες της Πηλαίου δε βρήκαν την αιτία του φόρου κατανοητή κι αποφάσισαν ομόφωνα να αλλάξουν την κατάσταση. Οι εφορίες σταμάτησαν να εισπράττουν. Οι τραπεζίτες σταμάτησαν να ζητούν. Οι δικαστές σταμάτησαν να δικάζουν. Οι αστυνομικοί σταμάτησαν να συλλαμβάνουν. Κι οι πολίτες σταμάτησαν να πιστεύουν τις δικαιολογίες, που εξέφραζαν με την ουρά στα σκέλια οι κυβερνήτες. Σύντομα οργανώθηκε η έξοδος των κυβερνητών απ' την Πηλαία. Τους μάζεψαν τα πράγματα, τους πήραν την περιουσία και τους διώξαν. Κι αφού τους έδιωξαν κι ήρθε η ώρα να σκεφτούν, ποιος πρέπει να αντικαταστήσει τους περασμένους κυβερνήτες, σηκώθηκε ο Τρελός της πολιτείας και τους είπε:
Τι τους θέλουμε αυτούς; Αυτοί δεν ήρθαν εδώ να μας ενώσουν, αλλά για να μας χωρίσουν και μετά να μας διαλύσουν. Κι όχι, πως η πρόθεση τους πάντοτε ήταν έτσι... Ξεχνά κανείς το παραμύθι, που μας έλεγε ο παππούς μου ο ξυλουργός; Άμα λέει φτιάχνει καρέκλες, τις βιδώνει με βίδες και τα ξύλα τους τα γεμίζει με ένα οξύ, την έπαρση. Κι όποιος κάθεται απάνω τους ίδιος κι απαράλλαχτος γίνεται. Τι να τους θέλουμε λοιπόν τους κυβερνήτες; Δεν είμαστε εμείς άξιοι να πούμε τη γνώμη μας για κάτι που 'χουμε ανάγκη; Κι ομόφωνα απάντησαν: Είμαστε! Κι από τότε μόνοι τους αποφάσιζαν κι αντί αγίους, δόξαζαν τα χέρια τους και τη θέλησή τους... Κι η Πηλαία έγινε ξακουστή σ' όλο το σύμπαν.
Αυτήν την ιστορία σκέφτηκα να γράψω, κυρία. Γιατί πονάω να βλέπω τους γονείς μου λυπημένους και αγανακτισμένους. Ο πατέρας μου μάλλον θα πάει φυλακή για χρέη. Το σχολείο μάλλον θα το σταματήσω γιατί τα χρήματα δε μας φτάνουν για να παίρνω κουλούρι στα διαλείμματα. Οπότε ακόμα κι αν πήρα κάτω από τη βάση στην έκθεση, μη στενοχωριέστε, κυρία... Ξέρω, πως είναι εκτός θέματος... αλλά πιστέψτε με, είναι τελείως "εντός"...

Αντώνης Καλομοιράκης



